Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

ΕΚΤΑΚΤΟ ΠΑΓΚΥΠΡΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ 29/3/2012 Εισηγητική ομιλία Αντώνη Νεοφύτου Γ.Γ ΣΗΔΗΚΕΚ ΠΕΟ

Συναδέλφισσες Συνάδελφοι,

Αποφασίσαμε τη σύγκληση αυτού του Έκτακτου Παγκύπριου Συνεδρίου της ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ γιατί «έφτασε ο κόμπος στο χτένι» όπως έλεγαν κάποτε και οι παλαιότεροι πρωτοπόροι συνάδελφοι όταν υποχρεώνονταν να πάρουν δυναμικά μέτρα.

Η μεγάλη υπευθυνότητα και το αίσθημα ευθύνης έναντι της οικονομίας του τόπου και της Κύπρου παρεξηγήθηκαν φαίνεται από κάποιους και ερμηνεύτηκαν σαν αδυναμία. Αντί να επαινέσουν το συνδικαλιστικό κίνημα και τους εργαζόμενους για την πατριωτική και υπεύθυνη στάση που επέδειξαν, εκτίμησαν ότι έφτασε η ώρα να επιφέρουν ανεπανόρθωτα κτυπήματα, στις κατακτήσεις και το βιοτικό τους επίπεδο.

Θεώρησαν ότι είναι στιγμή να καταργήσουν τις εργασιακές σχέσεις, τις συλλογικές συμβάσεις, να ελευθεροποιήσουν όπως λένε την αγορά εργασίας, να εξουδετερώσουν σε τελευταία ανάλυση το συνδικαλιστικό κίνημα και να θέσουν σε αχρηστία το ιερό δικαίωμα της οργάνωσης.

Ο πρώτος νόμος των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ψηφίστηκε το 1957 μετά από σκληρούς απεργιακούς αγώνες και έκτοτε βελτιώθηκε πολλές φορές με αποκορύφωμα την εισαγωγή του Αναλογικού Σχεδίου το 1981. Οι αγώνες των δεκαετιών 40 και 50 και οι Μακρόχρονες Απεργιακές κινητοποιήσεις ήταν η αιτία να εγκαθιδρυθεί το σύστημα εργασιακών σχέσεων με την συνομολόγηση του γνωστού κώδικα που είναι σεβαστός μέχρι σήμερα και αποτέλεσε το εργαλείο λύσης των προβλημάτων και εξασφάλισης σε πολύ μεγάλο βαθμό της εργατικής ειρήνης.

Το πρώτο επαγγελματικό σχέδιο σύνταξης για τους δημόσιους υπαλλήλους χρονολογείται πριν την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, βελτιώθηκε, πήρε τη σημερινή του μορφή το 1981 και υιοθετήθηκε ταυτόχρονα και από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Η βελτίωση και η προσαρμογή των ωφελημάτων καθώς και η βιωσιμότητα των ταμείων ήταν θέματα που συζητούνταν περιοδικά στα πλαίσια της τριμερούς συνεργασίας και στη βάση του συστήματος Εργασιακών Σχέσεων.

Δυστυχώς στις μέρες μας βιώνουμε πρωτόγνωρα φαινόμενα. Να έχουμε την κυβέρνηση και τους κοινωνικούς εταίρους να δηλώνουν ότι σέβονται τον κοινωνικό διάλογο και το θεσμό των εργασιακών σχέσεων και μια «περιστασιακή» με την πολιτική έννοια πλειοψηφία της Βουλής να συμπεριφέρεται όχι μόνο σαν «κυβερνώσα» Βουλή αλλά και σαν εργοδότης, εκπρόσωπος των εργαζομένων και υποκατάστατο όλων των θεσμών.

Η συμπεριφορά αυτή της οποίας τα αίτια είναι οι γενικότερες πολιτικές επιλογές και η στάση έναντι της κυβέρνησης θα δημιουργήσει νέα δεδομένα εάν συνεχισθεί και θα αφήσει μελλοντικά τα σημάδια της στην κοινωνία.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος που ήταν αποτέλεσμα της επικράτησης της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής σαν η πιο ακραία έκφραση του, επηρέασε αναπόφευκτα και την κυπριακή οικονομία. Για την αντιμετώπιση της υπάρχουν δύο φιλοσοφίες. Η ισοπεδωτική πολιτική της λιτότητας και η πολιτική της ανάπτυξης και της κοινωνικής ευαισθησίας.

Οι εκπρόσωποι της νέας τάξης πραγμάτων και της νεοφιλελεύθερης πολιτικής ακολούθησαν την πρώτη και οι εργαζόμενοι και οι προοδευτικές δυνάμεις τη δεύτερη.

Το συνδικαλιστικό κίνημα δήλωσε ότι είναι έτοιμο να συμβάλει φτάνει να μην ριχτούν τα βάρη των συνεπειών της κρίσης μονομερώς στους εργαζόμενους. Ζήτησε να αναλάβει κατ’ αναλογία των δυνατοτήτων του και ο πλούτος το δικό του μερίδιο. Δυστυχώς είναι γνωστό ότι νομοσχέδια προς αυτή την κατεύθυνση δεν ψηφίστηκαν από τη βουλή.

Παρ’ όλα αυτά, το συνδικαλιστικό κίνημα μπήκε στο διάλογο με την κυβέρνηση και μέσα στα πλαίσια της προσπάθειας για δημοσιονομική εξυγίανση συζήτησε και το θέμα της λύσης διαρθρωτικών προβλημάτων και της περαιτέρω συνεισφοράς των εργαζομένων.

Ήταν τότε που στοχεύτηκαν οι εργαζόμενοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα και καταβλήθηκε προσπάθεια να τους φέρουν αντιμέτωπους με τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα. Συζητήσαμε το συνταξιοδοτικό στη βάση Αναλογιστικής Μελέτης και δόθηκαν λύσεις καλύτερες από τις εισηγήσεις του Αναλογιστή. Η πλειοψηφία της βουλής, για να δείξει προφανώς την ισχύ της, ψήφισε αλλοιώνοντας την συμφωνία. Συζητήσαμε και καταλήξαμε με το κράτος για έκτακτη εισφορά και περαιτέρω άλλη εισφορά στη βάση της αύξησης του τιμαρίθμου του Β’ εξαμήνου του 2011. Ζήσαμε όλοι την αντίδραση και τον εκβιαστικό τρόπο που λειτούργησαν κάποιοι έχοντας υπόψη ότι δεν υπήρχαν περιθώρια. Τελικά, επιβλήθηκε από όλους η παγοποίηση των προσαυξήσεων και του τιμαρίθμου για δύο χρόνια.

Να θυμίσω ότι εμείς τονίζαμε ότι τελικός στόχος ήταν οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα και όχι μόνο.

Είναι φανερό ότι στόχευαν την κατάργηση του θεσμού των εργασιακών σχέσεων, των συλλογικών συμβάσεων και θεσμικών ωφελημάτων όπως η ΑΤΑ. Δεν είναι τυχαίο που οι ίδιες δυνάμεις ζητούν τώρα και τη μείωση κατά 15% του ελάχιστου μισθού.

Τα μέτρα αυτά ήταν άδικα και ισοπεδωτικά. Πλήττουν κυρίως τους χαμηλότερα αμειβόμενους. Το συνδικαλιστικό κίνημα αντέδρασε σύσσωμο και προειδοποίησε ότι δεν θα ανεχθεί άλλη φορά την επιβολή μέτρων που αφορούν όρους εργασίας χωρίς κοινωνικό διάλογο και συμφωνία των κοινωνικών εταίρων.

Δυστυχώς, σ’ ότι αφορά τον ιδιωτικό τομέα επαληθευτήκαμε αφού με απόφαση των εργοδοτικών οργανώσεων αμέσως μετά, ζήτησαν παγοποιήσεις μισθών, τιμαρίθμου, μη καταβολή του 13ου και πολλά άλλα.

Το θέμα της επέκτασης των ορίων αφυπηρέτησης ετίθετο τα τελευταία 10 χρόνια είτε για το Δημόσιο Τομέα είτε για τον ιδιωτικό και συζητείτο στα πλαίσια του κοινωνικού διαλόγου πάντα στη βάση μελετών.

Παρά τη διαφωνία μας για την επέκταση από το 60ο στο 63ο έτος, έγινε ουσιαστικός διάλογος, εξαιρέθηκαν οι εκπαιδευτικοί, η εφαρμογή έγινε σταδιακά και συνδυάστηκε με την αύξηση του εφάπαξ.

Δυστυχώς η Βουλή αργότερα και παρά τη θέληση των εκπαιδευτικών που τοποθετήθηκαν αρνητικά με δημοψήφισμα, προχώρησε μονομερώς στην αύξηση του ορίου και σ’ αυτή την κατηγορία.

Παρόμοιο σκηνικό επαναλαμβάνεται και σήμερα. ΔΗΣΥ-ΔΗΚΟ καταθέτουν πρόχειρα πρόταση νόμου για επέκταση του ορίου στο 64ο έτος για τους δημόσιους υπαλλήλους και άλλη πρόταση για να μην παίρνουν βασική και αναλογική σύνταξη από το 63ο στο 64ο έτος. Φαίνεται ότι ξέχασαν ότι μόλις πρόσφατα ψήφισαν για τη μείωση των εργαζομένων της Δημόσιας Υπηρεσίας.

Παρακολουθήσαμε τη συζήτηση στην Επιτροπή Οικονομικών της Βουλής και ακούσαμε διάφορα. Μας δήλωναν προφορικά ότι η πρόταση θα αφορά και τους εργαζόμενους του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, ότι δεν θα αυξάνονται τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα για τον ένα χρόνο επέκτασης, ότι θα εξαιρέσουν τους εκπαιδευτικούς και ότι πιθανό να προτείνουν την επέκταση της εθελοντικής αφυπηρέτησης στον ιδιωτικό τομέα από το 63ο έτος στο 64ο. Όλα αυτά χωρίς μελέτη και χωρίς τεκμηρίωση που θα απαντά στα πολλά ερωτήματα που τίθονται, για τα οικονομικά αποτέλεσμα, τα ωφελήματα, την ανεργία, την συνταγματικότητα κλπ.

Τα επιχειρήματα που εξέφρασαν οι εισηγητές της πρότασης αφήνουν καθαρά να νοηθεί ότι δεν θα μείνουν στο 64ο έτος. Στόχος είναι να μας πάνε στο 67ο και το 70ο έτος ηλικίας, κάτι σαν την απευθείας σύνδεση με το Νεκροταφείο. Εμείς δηλώσαμε ότι η βουλή δεν είναι εργοδότης ούτε ο χώρος που θα διεξάγεται ο διάλογος για τα εργασιακά θέματα και τους όρους απασχόλησης των εργαζομένων.

Η Βουλή έχει δικαίωμα να ασχοληθεί με όποιο θέμα κρίνει όμως θα μπορούσε όπως γινόταν μέχρι σήμερα να ζητήσει από την Κυβέρνηση και τους Ημικρατικούς Οργανισμούς να συζητήσουν αυτό το θέμα στη βάση του θεσμού των Εργασιακών Σχέσεων.


Γιατί όμως το κάνουν τώρα και μ’ αυτό τον τρόπο; Πιστεύουμε ότι πέραν του ότι είναι έκφραση της νεοφιλελεύθερης αντίληψης τους για την οικονομία, η κίνηση αυτή καταδεικνύει και την εξυπηρέτηση πολιτικών, κομματικών και προσωπικών συμφερόντων. Είναι έκφραση αλαζονικής συμπεριφοράς, έχει σχέση με τους υπολογισμούς για τις προεδρικές εκλογές, με το ποιοι ανώτεροι υπάλληλοι φεύγουν, ποιοι μένουν και ποιοι πρόκειται να διοριστούν. Άλλωστε βουλευτής αναφέρθηκε γι’ αυτό το θέμα στην τελευταία συνεδρία της Επιτροπής Οικονομικών λέγοντας ότι πολλοί ανώτεροι υπάλληλοι επισκέπτονται τα Κόμματα.

Για εμάς όμως μεγαλύτερη σημασία έχουν οι απώτεροι στόχοι που είναι η αμφισβήτηση του θεσμού των Εργασιακών Σχέσεων, των Συλλογικών Συμβάσεων και η αμφισβήτηση του Συνδικαλιστικού Κινήματος. Η αμφισβήτηση αυτή εκφράσθηκε κατ’ επανάληψη με τις μονομερείς αποφάσεις, με την πρόθεση για ποινικοποίηση του δικαιώματος για απεργία, με την αμφισβήτηση του τιμαρίθμου, με τις διακηρύξεις για ιδιωτικοποίηση των Ημικρατικών Οργανισμών και πολλά άλλα.

Η ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ δεν συμφωνεί με την επέκταση του ορίου αφυπηρέτησης γιατί πιστεύει ότι πρέπει να εξασφαλίζεται για τους εργαζόμενους χρόνος, προϋποθέσεις για ευημερία και ποιότητα ζωής μετά από πολλά χρόνια δουλειάς.

Πιστεύει ότι πρέπει να γίνεται ανανέωση και να δίνονται ευκαιρίες στη νέα γενιά να μπαίνουν έγκαιρα στην αγορά εργασίας και να αξιοποιούν τα προσόντα και τις δυνατότητες τους να προσφέρουν. Το επιχείρημα για σύνδεση με το προσδόκιμο ζωής και για οφέλη από τα περισσότερα χρόνια δουλειάς ανατρέπεται από την απώλεια των δυνατοτήτων των νέων και τον έγκαιρο εκσυγχρονισμό του Δημοσίου και των οργανισμών κοινής ωφέλειας.

Εμείς πιστεύουμε στους νέους σαν τη μοναδική σίγουρη επένδυση για το μέλλον του τόπου.

Ας τους δώσουμε χώρο λοιπόν για να δημιουργήσουμε προοπτικές και να έχουμε ελπίδα να πάμε μπροστά.

Η συνέχιση αυτής της τακτικής μας βρίσκει αντιμέτωπους και δηλώνουμε ότι σε πλήρη συνεργασία με το υπόλοιπο συνδικαλιστικό κίνημα θα αντιδράσουμε δυναμικά γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να προστατεύσουμε το θεσμό των εργασιακών σχέσεων, το ίδιο το δικαίωμα της οργάνωσης και τα ωφελήματα των εργαζομένων.

Η ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ καλεί όλους τους εργαζόμενους να σφυρηλατήσουν την ενότητα τους γιατί αποδείχτηκε ότι τίποτε δεν είναι δεδομένο και σίγουρο αν χάσουν τη δύναμη της οργάνωσης και τη δυνατότητα για αποτελεσματική αντίδραση.

Εμπρός λοιπόν όλοι μαζί για να δώσουμε το μήνυμα ότι δεν αποδεχόμαστε αποφάσεις πίσω από τις πλάτες μας, ότι δεν χαραμίζουμε τις κατακτήσεις μας και ότι μπορούμε να αντιδράσουμε αποτελεσματικά.


ΖΗΤΩ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ
ΖΗΤΩ Η ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ



ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ
ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου